ματαιώνω

ματαιώνω
(ΑM ματαιῶ, -όω) [μάταιος]
καθιστώ κάτι μάταιο, ανώφελο
νεοελλ.
1. εμποδίζω ή αναχαιτίζω την εκτέλεση ή την πραγματοποίηση κάποιας προγραμματισμένης ενέργειας («την τελευταία στιγμή, η άμεση αντίδραση τού λαού ματαίωσε το πραξικόπημα»)
2. ακυρώνω, δεν πραγματοποιώ κάτι («αποφάσισα να ματαιώσω την επίσκεψή μου στο σπίτι της»)
3. παθ. ματαιώνομαι
εμποδίζεται η εκτέλεσή μου, μένω ανεκτέλεστος, δεν πραγματοποιούμαι («επειδή οι ηθοποιοί αρρώστησαν, ματαιώθηκε η παράσταση»)
μσν.-αρχ.
παθ. ματαιοῡμαι, -όομαι
1. καθίσταμαι ανώφελος («οὐ ματαιωθήσεται τὰ ῥήματα τῶν λόγων αὐτοῡ», ΠΔ)
2. συμπεριφέρομαι ή ενεργώ απερίσκεπτα, φέρομαι ανόητα
3. απατώμαι («ἐματαιώθησαν ἐν τοῑς διαλογισμοῑς αὐτῶν»).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ματαιώνω — ματαιώνω, ματαίωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ματαιώνω — ματαίωσα, ματαιώθηκα, ματαιωμένος, δεν πραγματοποιώ κάτι, εμποδίζω να συμβεί κάτι: Ματαίωσε την ομιλία του για λόγους υγείας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλιώ — ἁλιῶ ( όω) (Α) [ἅλιος (ΙΙ)] 1. καθιστώ ανώφελο, άσκοπο, μάταιο, παρεμποδίζω, ανατρέπω, ματαιώνω 2. αφανίζω, καταστρέφω …   Dictionary of Greek

  • ανάδαστος — ἀνάδαστος, ον (Α) [ἀναδατέομαι] 1. αυτός που διαμοιράστηκε εκ νέου, που ξαναμοιράστηκε 2. φρ. «ἀνάδαστον ποιῶ τι», ακυρώνω, ματαιώνω, καταργώ …   Dictionary of Greek

  • αναποδογυρίζω — 1. γυρίζω κάτι ανάποδα, δηλ. την επάνω επιφάνεια προς τα κάτω, ανατρέπω, αντιστρέφω 2. (για κήπο, αγρό κ.λπ.) σκάβω, οργώνω 3. επιφέρω αταξία, ακαταστασία, «τά κάνω άνω κάτω» 4. καταστρέφω 5. ματαιώνω, διαφοροποιώ 6. ανατρέπομαι 7. ματαιώνομαι,… …   Dictionary of Greek

  • ανατρέπω — (AM ἀνατρέπω) 1. αναστρέφω, αναποδογυρίζω 2. καταργώ, καταλύω, καθαιρώ, γκρεμίζω 3. ανασκευάζω, αναιρώ λόγους ή επιχειρήματα νεοελλ. ματαιώνω, ακυρώνω αρχ. Ι. ενεργ. 1. κάνω κάποιον να πέσει ύπτιος, ξαπλώνω 2. καταστρέφω, αφανίζω 3. εξεγείρω,… …   Dictionary of Greek

  • αναφθείρομαι — ἀναφθείρομαι (Α) 1. γίνομαι άθλιος, εξαθλιώνομαι «κατά τι δεῡρ’ ἀνεφθάρης;» (Αριστοφάνης) ποια αθλιότητα σε έφερε εδώ; 2. ματαιώνω, ψευτίζω …   Dictionary of Greek

  • αποσοβώ — (ΑΜ ἀποσοβῶ, έω) [σοβώ] αποτρέπω, ματαιώνω αρχ. διώχνω, εκφοβίζω …   Dictionary of Greek

  • αποτελματώνω — κ. τελματώ 1. αφήνω κάτι στάσιμο, διαιωνίζω, ματαιώνω 2. ( ώνομαι) πέφτω σε αδράνεια, σε νωθρότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < απο * + τελματώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1886 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • αφίσταμαι — (AM ἀφίσταμαι, Α και ἀφίστημι) 1. βρίσκομαι σε απόσταση, μακριά από κάποιον, απέχω 2. παραιτούμαι από κάτι, δεν μετέχω σε κάτι αρχ. Ι. ενεργ. 1. απομακρύνω, βάζω κατά μέρος, παραμερίζω, αποκλείω 2. εμποδίζω κάποιον να κάνει κάτι 3. ανατρέπω,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”